ἐφυπνώττω

ἐφυπν-ώττω,
A go to sleep over,

τοῖς Ὁμήρου ποιήμασιν Jul.Ep.190

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • εφυπνώττω — ἐφυπνώττω (Α) κοιμάμαι πάνω σε κάτι, έχω κάτι κάτω από το προσκέφαλό μου («τοῑς Ὁμήρου ποιήμασιν ἐφυπνώττειν», Ιουλ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < επί + ὑπνώττω (< ὕπνος)] …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.